|
«Κι εκεί που ζούσαμε ήσυχοι στην πατρογονική μας γη, κάποιος είπε μια
μέρα ότι έχει μπει στην περιοχή μας μια πετρελαϊκή εταιρεία. Εμείς δεν
γνωρίζαμε τι είδους δουλειά είναι αυτή, ούτε γνωρίζαμε ότι θα
κατέστρεφαν τη Φύση. Η επικοινωνία ήταν δύσκολη, καθώς δεν
καταλαβαίναμε τι γλώσσα μιλούσαν.»
Αλεχάνδρο, Σαμάνος της φυλής των Κοφάν
Για αιώνες η Αμαζονία του Εκουαδόρ ήταν ένα απροσπέλαστο μέρος. Την
θεωρούσαν «γη του κανενός», μια αφιλόξενη, άγρια περιοχή στην οποία δεν
μπορεί να επιβιώσει το ανθρώπινο είδος.
Και όμως στα βάθη της ζούγκλας, οχτώ φυλές ιθαγενών (Sionas, Cofanes,
Secoyas, Shuares, Χοαοράνις, Kichwas, Tetetes και Sansahuaris) ζούσαν
σε αρμονία με το περιβάλλον τους, χωρίς να έχουν έρθει σε επαφή με τον
υπόλοιπο κόσμο. Οι Σαμάνοι των Cofan έπιναν το Γιακχέ και
επικοινωνούσαν με τον Κουάν Κουάν, το Θεό του υπεδάφους που διαφεντεύει
την ζούγκλα και τα ζώα.
Του ζητούσαν να τους στείλει κυνήγι και όταν τα
ζώα πλησίαζαν στην κοινότητα, εκείνοι τα κυνηγούσαν εύκολα και τα
μοίραζαν σε όλους στην κοινότητα.
Όμως στις αρχές της δεκαετίας του ?60 όλα άλλαξαν. Κάτω από την πυκνή
ζούγκλα ανακαλύφθηκε πως υπάρχει ένας υπόγειος ωκεανός πετρελαίου, ένα
από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα της Λατινικής Αμερικής.
Έτσι το 1964, η περιοχή άρχισε να γεμίζει με λευκούς. Και αυτοί οι
λευκοί δεν ήταν άλλοι από τους εργάτες της Texaco, της πολυεθνικής στην
οποία το κράτος του Εκουαδόρ ανέθεσε την πετρελαϊκή του μύηση.
Οι Κοφάν άρχισαν να ακούνε τους θορύβους. Έστειλαν λοιπόν τρεις
απεσταλμένους για να δουν τι συμβαίνει. Εκείνοι όταν πήγαν, είδαν
κάποιους ξένους γκρίνγκος, με κράνη, στολές και πολλά μηχανήματα.
Κάθονταν και τους παρατηρούσαν.
Οι υπάλληλοι της Texaco, όταν είδαν τους Ινδιάνους εκεί, θέλησαν να
τους δώσουν φαγητό. Τους έδωσαν ένα πιάτο ρύζι με τρία κουτάλια για να
φάνε. Εκείνοι αφού έφαγαν, πήραν το πιάτο και τα κουτάλια και έφυγαν.
Με αυτόν τον τρόπο η Αμαζονία του Εκουαδόρ ήρθε σε επαφή με την
«ανάπτυξη» και το Δυτικό πολιτισμό. Σήμερα οι Κοφάν λένε πως οι
πετρελαιοπηγές στις περιοχές τους διαπραγματεύτηκαν για ένα πιάτο ρύζι
και τρία κουτάλια.
Μετά ήρθαν οι άποικοι. Το κράτος πριμοδοτούσε όποιον ήθελε να πάει
ανατολικά, στην αφιλόξενη ζούγκλα, με 50 εκτάρια τροπικού δάσους. Να το
αποψιλώσει και να το καλλιεργήσει. Ήρθαν χιλιάδες από όλο το Εκουαδόρ.
Νέες πόλεις ξεφύτρωσαν. Ήταν φτωχοί μιγάδες και μαύροι γεμάτοι
ελπίδες, που έψαχναν γη και δουλειά στη νέα βιομηχανία. Σήμερα
υπάρχουν χιλιάδες απογοητευμένοι φτωχοί.
Υπήρξαν φυλές ιθαγενών όπως οι Χοαοράνις που αντιστάθηκαν στη λεηλασία
της γης τους με βέλη και φυσοκάλαμα. Όμως η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη
αρχίσει. Τα ζώα και τα ψάρια πέθαιναν, το κυνήγι λιγόστευε και
πρωτόγνωρες αρρώστιες θέριζαν τον πληθυσμό. Οι Σαμάνοι προσπάθησαν να
τις θεραπεύσουν με φαρμακευτικά φυτά, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Η ζούγκλα γέμισε με εκατοντάδες δεξαμενές στις οποίες η Texaco πετούσε
τα τοξικά απόβλητα της άντλησης. Χωρίς καμία στεγανοποίηση και με την
βοήθεια των τροπικών καταιγίδων, τα απόβλητα διέρρευσαν στο περιβάλλον.
«Την ίδια εποχή στις ΗΠΑ, από όπου ήρθε η Texaco απαγορευόταν να
πετάξεις τα τοξικά απόβλητα της άντλησης σε ανοιχτές δεξαμενές και να
καις αέρια στην ατμόσφαιρα», λέει ο Λούις Γιάνσα, ακτιβιστής
αναγνωρισμένος διεθνώς για την δράση του υπέρ της Αμαζονίας. «Είχε
ανακαλυφθεί ο τρόπος της ασφαλούς επαναδιοχέτευσης στο υπέδαφος. Παρόλα
αυτά στο Εκουαδόρ δεν εφαρμόστηκαν αυτές οι μέθοδοι. Και ο λόγος είναι
απλός: Με αυτόν τον τρόπο εξοικονόμησαν 4 δις δολάρια.»
|